ΑΡΧΙΚΗ

ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ

ΑΙΓΥΠΤΟΣ
(EGYPT)

ΚΑΪΡΟ (ΕΛ ΚΑΧΙΡΑ)

Πρωτεύουσα της  Αιγύπτου, η μεγαλύτερη πόλη της  Αφρικής, με 9.750.000 κατ. (1996), χτισμένη στη δεξιά όχθη του Νείλου, όπου το ποτάμι ευρύνεται και σχηματίζει τα νησάκια Γκεζίρα και Ρόδα. Γραφικές γέφυρες συνδέουν τα δύο νησιά. Η πόλη όμως έχει απλωθεί και στην αριστερή όχθη του Νείλου. Το ένα τμήμα της πόλης αποτελείται από καθαρά αραβικές συνοικίες με τη δική τους ατμόσφαιρα, ενώ το άλλο κατοικείται από τους Ευρωπαίους και τους πλουσιότερους κατοίκους και έχει νεόχτιστα, πολυώροφα σύγχρονα κτίρια. Το Κ. αποτελεί το πιο σημαντικό εμπορικό, διοικητικό και πνευματικό κέντρο. Διαθέτει πανεπιστήμιο, μουσείο, παλαιά τεμένη και ιδίως το τέμενος του Αλ-Αλχάρ, που είναι και πανεπιστήμιο, όπου συγκεντρώνονται πάνω από 35.000 σπουδαστές απ' όλες τις αραβικές χώρες για να σπουδάσουν τη μωαμεθανική θρησκεία.

ΙΣΤΟΡΙΑ. Το σημερινό Κ. άρχισε να χτίζεται από το 969 μ.Χ. Αναπτύχθηκε ραγδαία από την εποχή του Μοχάμετ Άλη (Μεχμέτ Άλη), το 1805. Εκεί βρίσκεται το ινστιτούτο μελετών της ερήμου, βιβλιοθήκη με σπάνια και πολύτιμα χειρόγραφα. Ωραίο προάστιο είναι η Γκίζα, πάνω στο δρόμο προς τις Πυραμίδες. Στη διάρκεια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου το Κ. ήταν έδρα του βρετανικού αρχηγείου της Μέσης Ανατολής. Εδώ έγινε το Νοέμβριο του 1943 η συνάντηση του Ρούσβελτ με τον Τσόρτσιλ και τον Τσαγκ Κάι Σεκ, στην οποία καταστρώθηκαν τα σχέδια του πολέμου εναντίον των Ιαπώνων. Στην πόλη είναι εγκαταστημένοι πολλοί Ευρωπαίοι και Έλληνες.

ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ (Η ΜΕΓΑΛΗ ΑΙΓΥΠΤΙΑ)

Πόλη στη μεσογειακή παραλία της Αιγύπτου Δ του Δέλτα του Νείλου, το πιο μεγάλο λιμάνι της ΝΑ Μεσογείου. Έχει 2.719.000 κατ. (1996), μεταξύ των οποίων και αρκετοί Έλληνες, καθώς και άλλοι Ευρωπαίοι.

ΙΣΤΟΡΙΑ. α) Αρχαίοι χρόνοι. Η Αλεξάνδρεια χτίστηκε το 331 π.Χ. από το Μ. Αλέξανδρο απέναντι ακριβώς από τη νησίδα Φάρος, στη θέση όπου παλαιότερα βρισκόταν το αιγυπτιακό χωριό Ρακότις. Τα σχέδια και τη φροντίδα ανέθεσε στον αρχιτέκτονα Δεινοκράτη, αλλά ο ίδιος ο  Αλέξανδρος, προτού να φύγει για να συνεχίσει την εκστρατεία του, καθόρισε πού θα χτίζονταν οι ελληνικοί και πού οι αιγυπτιακοί ναοί, η αγορά και τα τείχη. Αργότερα ο Πτολεμαίος Α΄ ένωσε με τεχνητό ισθμό την παραλία με το Φάρο. Έτσι το μεγάλο λιμάνι κλείστηκε από τα δυτικά και ασφαλίστηκε καλύτερα.

Κατά την ελληνιστική περίοδο η Αλεξάνδρεια έγινε πρωτεύουσα του κράτους των Πτολεμαίων και εξελίχτηκε σε μεγάλο πνευματικό κέντρο. Χτίστηκαν πνευματικά ιδρύματα, όπως το Μουσείο, ένα είδος ακαδημίας στο οποίο συγκεντρώνονταν όλοι οι λόγιοι και επιστήμονες της εποχής, δύο βιβλιοθήκες, που είχαν η μία 500.000 χειρόγραφα και η άλλη 41.000. Πάνω στο νησί Φάρος κατασκεύασαν έναν τεράστιο φάρο, για να καθοδηγούνται κατά τη νύχτα οι ναυτικοί. Το έργο αυτό, που συγκαταλέγεται στα επτά θαύματα του κόσμου, ήταν δημιούργημα του αρχιτέκτονα Σώστρατου Δεξιφάνη και πρόσφερε μεγάλη εξυπηρέτηση στο εμπόριο και τη ναυτιλία και γενικά στην οικονομική ανάπτυξη της Αλεξάνδρειας.

 

β) Ρωμαϊκή εποχή. Οι φιλονικίες της Κλεοπάτρας με τον αδερφό της Πτολεμαίο ΙΑ΄ για τη διεκδίκηση του θρόνου προκάλεσαν την επέμβαση των Ρωμαίων στα εσωτερικά της Αιγύπτου. Ο Καίσαρας καταδιώκοντας τον Πομπήιο μπήκε στην Αίγυπτο με τα στρατεύματά του και βοήθησε την  Κλεοπάτρα, έβαλε φωτιά στον αιγυπτιακό στόλο και από την πυρκαγιά, που απλώθηκε στην πόλη, πολλά μνημεία έπαθαν ζημιές. Η σχέση της Κλεοπάτρας αργότερα με τον Αντώνιο έγινε αφορμή να πλουτιστεί η Αλεξάνδρεια με πολλά έργα τέχνης. Ύστερα από τη μάχη στο  Άκτιο (31 π.Χ.) οι Ρωμαίοι έγιναν κύριοι της πόλης. Το λιμάνι της Αλεξάνδρειας έγινε τότε το μεγαλύτερο του κόσμου. Κατά την περίοδο που βασίλευε ο Καρακάλας η πόλη συγκλονίζεται από την τρομοκρατία και τους διωγμούς των χριστιανών. Τη μεγαλύτερη όμως δοκιμασία την περνά το 269 μ.Χ. κατά τη σύγκρουση των Ρωμαίων με τη βασίλισσα της Παλμύρας Ζηνοβία.

γ)  Βυζαντινή εποχή. Μετά το 325 μ.Χ. μπήκε κάτω από την επιρροή του Βυζαντίου και έγινε το σημαντικότερο κέντρο του χριστιανισμού. Κατά την εποχή του Μ. Θεοδοσίου όμως καταστράφηκαν πολλοί ναοί και άλλα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής τέχνης. Στην καταστροφή αυτή πρωτοστάτησε ο φανατικός πατριάρχης Θεόφιλος με τη συγκατάθεση του αυτοκράτορα στην προσπάθειά του να εξαλείψει καθετί το εθνικό. Το 616 μ.Χ. η Αλεξάνδρεια κυριεύτηκε από τον Πέρση βασιλιά Χοσρόη. Τότε πολλοί από τους κατοίκους σκοτώθηκαν και άλλοι πουλήθηκαν ως σκλάβοι στην Περσία. Η πόλη απελευθερώθηκε από τον Ηράκλειο, αλλά το 641 υποτάχτηκε στους Άραβες, οι οποίοι κατέστρεψαν τις βιβλιοθήκες της και τα περισσότερα μνημεία και την οδήγησαν στην παρακμή. Το 1517, τέλος, κυριεύτηκε από τους Τούρκους.

δ) Νεότεροι χρόνοι. Το 1798 την κυριεύουν τα στρατεύματα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Την εποχή εκείνη βρίσκεται σε μεγάλη κατάπτωση. Μόλις και αριθμεί 7.000 κατ. Αυτό υπήρξε αποτέλεσμα της αραβικής και τουρκικής κατοχής. Κατά την εποχή του έξυπνου Τουρκαλβανού Μοχάμετ Άλη η Αλεξάνδρεια άρχισε και πάλι να κερδίζει τη θέση που της άξιζε στη Μ. Ανατολή. Κατασκευάστηκε η διώρυγα Μαχμουντία και εκσυγχρονίστηκε το λιμάνι. Από τότε η ανάπτυξή της ακολούθησε γοργότερο ρυθμό. Το 1825 ο  Κανάρης και το 1827 ο Κόχραν επιχείρησαν να καταλάβουν το λιμάνι και να δημιουργήσουν αντιπερισπασμό στα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα, που πολεμούσαν στην  Ελλάδα, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Το 1882 καταλήφθηκε από τους Άγγλους και ακολούθησε τη γενική τύχη της Αιγύπτου. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε η κυριότερη βάση των συμμάχων στη  Μεσόγειο.  

ΛΟΥΞΟΡ

Αραβική πόλη της Άνω Αιγύπτου. Βρίσκεται στην ανατολική όχθη του Νείλου και περιλαμβάνει το νότιο τμήμα των ερειπίων των αρχαίων Θηβών, ενώ το βόρειο ανήκει στο Καρνάκ. Οι κάτοικοί του είναι Κόπτες στο μεγαλύτερο ποσοστό τους και ξεπερνούν τις 20.000. Περίφημοι είναι οι μεγαλόπρεποι αρχαίοι ναοί του. Ο πιο ονομαστός είναι του θεού Άμμων, που χρονολογείται από το 1400 π.Χ. και του οποίου σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση οι 64 λίθινοι κίονες της κιονοστοιχίας της αυλής, που έχουν σχήμα μίσχου του φυτού πάπυρος. Το 1895 ο αρχαιολόγος Γεώργιος Λεγκρέν έκανε αναστηλώσεις των αρχαιοτήτων του Λ. σε μεγάλη κλίμακα και από τότε συγκεντρώνει κάθε χρόνο μεγάλο αριθμό περιηγητών.

ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ

Μνημειακές οικοδομές που έχουν το ίδιο σχήμα με τις γεωμετρικές πυραμίδες. Σώζονται τέτοιες στην Αίγυπτο, στο Σουδάν, στις περιοχές των  Μάγια και των Ίνκας και μία μικρή στη Ρώμη. Χτίστηκαν περίπου γύρω στο 2650 - 1320 π.Χ. Σήμερα με τον όρο "πυραμίδες" εννοούμε τις π. της Αιγύπτου. Κυριότερες είναι του Χέοπα, του Χεφρίνου και του Μικερίνου, που ανήκουν στην Δ΄ δυναστεία (2600 - 2480 π.Χ.). Βρίσκονται στην Γκίζα, νοτιοδυτικά από το Κάιρο. Από τον  Ηρόδοτο έγινε γνωστός ο τρόπος κατασκευής τους. Οι Αιγύπτιοι μετέφεραν με σχεδίες τους ογκόλιθους από το Νείλο. Χιλιάδες εργάτες δούλεψαν και πολλοί πέθαναν κατά τη διάρκεια των εργασιών. Γι' αυτό και ο λαός μίσησε τους  Φαραώ και ιδιαίτερα το Χέοπα και το Χεφρίνο. Μεγαλύτερη είναι η π. του Χέοπα, ύψους 138 μ. Η βάση της, που είναι τετράγωνη, έχει πλευρά 227 μ. Στο εσωτερικό της έχει πολλούς διαδρόμους και θαλάμους και είναι αδύνατο να βρεθεί η μούμια του Φαραώ. Συνήθιζαν με τη σαρκοφάγο να τοποθετούν άπειρους θησαυρούς, πολύτιμα αντικείμενα και προσωπικά είδη του νεκρού, γιατί οι Αιγύπτιοι πίστευαν στην αθανασία της ψυχής. Στο εσωτερικό κάλυπταν τις π. με τοιχογραφίες, ανάγλυφα και γραπτές παραστάσεις σχετικές με τη ζωή του Φαραώ. Στην π. του Χέοπα βρέθηκε το όνομά του με κόκκινη μελάνη πάνω σε πέτρα. Στην π. του Μικερίνου βρέθηκε ένα ξύλινο φέρετρο από κέδρο, που σήμερα υπάρχει στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου με την επιγραφή "Φέρετρο καμωμένο για τα λείψανα της μούμιας του Μεν - Κάου - Ρα, βασιλιά της Δ΄ δυναστείας, από την Γκίζα". Ο όρος πυραμίδα προέρχεται από το αιγυπτιακό πιραμά, που σημαίνει ύψος. Οι π. αποτελούν θαυμαστά έργα της αρχαίας τέχνης και η π. του Χέοπα συγκαταλέγεται στα επτά θαύματα του αρχαίου κόσμου.

ΣΙΝΑ

Τριγωνική χερσόνησος, που ανήκει στην Αίγυπτο και βρίσκεται στη βόρεια άκρη της Ερυθράς θάλασσας. Η έκτασή της είναι 59.000 τ.χλμ. Ορεινή και γεμάτη ξηρασία, ανάμεσα στους κόλπους του Σουέζ και της Άκαμπα. Οι κάτοικοί της (55.000) είναι Βεδουίνοι, δηλαδή Άραβες νομάδες, που από τον 7ο αι. εγκαταστάθηκαν εκεί.

Αμμώδης, ξερή και γεμάτη λόφους είναι η βόρεια περιοχή της. Δύο οροσειρές, παράλληλες προς τους κόλπους, προχωρούν προς τα νότια. Ενώνονται σ' ένα σημείο, όπου σχηματίζουν τις κορυφές Χορέμπ (2.470 μ.) και Αγίας Αικατερίνης (1.800 μ.). Στην πρώτη είναι χτισμένο το μοναστήρι του Προφήτη Ηλία. Εκεί, κατά την Π. Διαθήκη, ο  Μωυσής παρέλαβε τους νόμους από το Θεό. Στη δεύτερη βρίσκεται το μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνης, χτισμένο το 527 από τον Ιουστινιανό. Αποτελεί ένα από τα ωραιότερα μνημεία της χριστιανοσύνης. Εκεί βρέθηκε και ο Σιναϊτικός κώδικας, το αρχαιότερο χειρόγραφο της Αγίας Γραφής. Σπάνια είναι η βλάστηση. Σποραδικά φυτρώνουν χουρμαδιές, μηλιές, αμπέλια και ελιές. Πρωτεύουσα και μοναδική πόλη της χερσονήσου είναι το Ελ Αρίς.

Το 1967 η περιοχή καταλήφθηκε από τους Ισραηλινούς αλλά τελικά αποδόθηκε στην Αίγυπτο (1974).  

ΝΕΙΛΟΣ

Το μεγαλύτερο ποτάμι της  Αφρικής και το δεύτερο σε μήκος σ' όλο τον κόσμο. Έχει μήκος 6.671 χλμ. (μαζί με τον ποταμό Καγκέρα, απ' όπου πηγάζει). Η ελληνική προέλευση του ονόματος Νείλος χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα από τους Άραβες. Η αρχαία ονομασία του ήταν Χάπι και αργότερα Γερ - ό, δηλ. μεγάλο ποτάμι. Ο  Όμηρος τον αποκαλεί "Αίγυπτο". Στα αραβικά σήμερα λέγεται Μπαχρ εν Νιλ ή απλά Μπαχρ, που σημαίνει θάλασσα. Άγνωστες ήταν μέχρι τις αρχές του 19ου αι. οι πηγές του ποταμού. Τότε η Αγγλική Βασιλική Εταιρία του Λονδίνου έστειλε τους Μπάρτον και Σπικ για να εξερευνήσουν τις πηγές. Ξεκινώντας από τη Ζανζιβάρη έφτασαν στην Ταγκανίκα. Από εκεί ο Σπικ έφτασε στη λίμνη Νιάσα, που ονομάστηκε Βικτορία. Σ' ένα δεύτερο ταξίδι το 1863 μαζί με τον Γκραντ έφτασε πάλι στη νότια κατάληξη της Βικτορίας. Τις απόψεις του Σπικ για τις πηγές του Ν. επιβεβαίωσε το ζεύγος Μπέκερ, που έφτασε στους καταρράκτες της Βικτορίας, στην αρχή του Ν. Ο Καγκέρα σχηματίζεται από τη συμβολή διάφορων ποταμών, μεγαλύτερος από τους οποίους είναι ο Λουβιρόνζα, που πηγάζει από το υψίπεδο του Μπουρούντι, στα ΒΑ της λίμνης Ταγκανίκα και χύνεται στη Βικτορία. Εκρέει κατόπι από τα βόρεια της λίμνης με το όνομα Νείλος Βικτορίας, κοντά στην πόλη Τζίντζα. Ο Ν. βγαίνοντας από τη Βικτορία σχηματίζει τους περίφημους καταρράκτες Όουεν με 170 μ. πλάτος. Προχωρεί προς τα κάτω σχηματίζοντας μικρότερους καταρράκτες σε μήκος 500 χλμ. ανάμεσα σε βουνά και καταλήγει στη λίμνη Αλβέρτου. Στην επόμενη πορεία του παίρνει το όνομα Μπαχρ ελ - Τζέβελ, δηλ. Ορεινός Νείλος. Αυτός συνεχίζει τη ροή του σε απόσταση 200 χλμ. πάνω σε έδαφος που χαμηλώνει συνέχεια, με πλάτος 250 μ. Στις οροσειρές Κούκου και Άρζου στενεύει και το πλάτος του φτάνει τα 80 μ. Κάτω από τον παραπόταμο Σαμπλ χωρίζεται, από δεξιά, από τον κύριο ρου και διευθύνεται προς Β με το όνομα Μπαχρ ελ - Ζεράφ (ποταμός της καμηλοπάρδαλης) για να συναντηθεί πάλι με τον αρχικό ύστερα από ανεξάρτητη διαδρομή 

380 χλμ. ανάμεσα από πεδινή περιοχή, που τα όριά της καταλήγουν στην τεράστια ελώδη ζώνη της λίμνης Νο. Η διαδρομή του γίνεται πιο δύσκολη εξαιτίας της πυκνής φυτείας, έτσι που πολλές φορές ο ποταμός να μοιάζει μια μεγάλη  λίμνη. Μετά τη λίμνη Νο ο ποταμός παίρνει το όνομα Λευκός Νείλος (γιατί τα νερά του είναι πιο καθαρά) και στη συνέχεια της ροής του συναντά τον Μπαχρ ελ Ζεράφ και το Σοβάτ, που έχει τις πηγές του στη ΒΔ Αβησσυνία. Συνεχίζει την πορεία του, προς Β, με το νέο όνομα "Γαλάζιος Νείλος", στις όχθες του οποίου είναι χτισμένες οι πόλεις Χαρτούμ και Όμντουρμαν. Λίγο μετά την τελευταία πόλη, αφού περάσει τη φλεγόμενη περιοχή της Νουβίας, στενεύει το ρου του και δέχεται από αριστερά τον τελευταίο παραπόταμό του, τον Ατμπάρα, που ξεκινά από το βόρειο Αιθιοπικό Υψίπεδο. Ύστερα ανάμεσα από μια σειρά καταρράκτες, κατεβαίνει από τα 350 στα 95 μέτρα, από την επιφάνεια της θάλασσας. Στην πόλη Ασουάν της Αιγύπτου ο ποταμός φράχτηκε από ένα τεράστιο φράγμα που δημιούργησε μια μεγάλη λίμνη (λίμνη Νάσερ), της οποίας η νότια άκρη μπαίνει και μέσα στο Σουδάν. Στο αιγυπτιακό έδαφος ο Ν. έχει μέσο πλάτος 500 μ. Στις δύο όχθες του υπάρχουν αξιόλογες πόλεις, γνωστές από την αρχαιότητα μέχρι τα τελευταία χρόνια: Λούξορ, Θήβαι, Αμπού Σιμπέλ, Καρνάκ, Μέμφιδα, Ασιούτ, Κάιρο. Ψηλότερα από την πρωτεύουσα της Αιγύπτου, σε απόσταση 260 χλμ. από τη θάλασσα, αρχίζει να σχηματίζεται το τεράστιο δέλτα του ποταμού. Είναι ένα μεγάλο τρίγωνο, πλευράς 200 χλμ., που αποτελεί μια χαμηλή και γονιμότατη περιοχή. Στην αρχαιότητα χωριζόταν σε επτά διακλαδώσεις, ενώ σήμερα περιορίστηκαν σε δύο (Ροζέτα, Δαμιέτη). Υπάρχει ακόμα μία μεγάλη σειρά από πλωτές διώρυγες. Πολλές λιμνοθάλασσες και παράκτιες λίμνες υπάρχουν στην ακτή. Το πιο εντυπωσιακό χαρακτηριστικό του Νείλου (και κυρίως του Γαλάζιου) είναι οι πλημμύρες του. 

Ιστορία. Από την αρχαιότητα ο Ν. ήταν η "ευλογία του θεού" για τους Αιγύπτιους, που τον λάτρευαν όχι μόνο ως θεό, αλλά και ως καλό δαίμονα. Τον απεικόνιζαν ως άνδρα γυμνό, με τη ζώνη των βαρκάρηδων, ενώ στο κεφάλι του είχε μία δέσμη από παπύρους. Τον φαντάζονταν να κατοικεί μέσα σε τεράστια σπηλιά, στο βάθος του Ν. ανάμεσα στους βράχους Μοφί και Κροφί, πάνω από το νησί Ελεφαντίνη. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, που γνώριζαν το Γαλάζιο Νείλο, δεν ανέβηκαν ποτέ το Λευκό Νείλο πάνω από τη συμβολή του με τον ποταμό των Γαζελών.  

ΕΡΥΘΡΑ ΘΑΛΑΣΣΑ

Μακρόστενη θαλάσσια λωρίδα, ανάμεσα στην Αραβία και στη ΒΑ  Αφρική. Οι αρχαίοι την ονόμαζαν Αράβιο κόλπο. Αποτελεί τμήμα του Ινδικού ωκεανού και συνδέει τη Δύση με την Ανατολή. Με τον Ινδικό ωκεανό επικοινωνεί με τον πορθμό Μπαμπ ελ Μαντέμπ, ενώ με τη  Μεσόγειο συνδέεται με τη διώρυγα του Σουέζ. Στα Β διχάζεται στους κόλπους του Σουέζ και της Άκαμπα, τους οποίους χωρίζει η χερσόνησος του Σινά. Η επιφάνειά της φτάνει τα 460.000 τ.χλμ., με μέγιστο μήκος 2.230 χλμ., μέγιστο πλάτος 320 χλμ., μέγιστο βάθος 2.604 μ. (το μέσο βάθος είναι 500 μ.). Δεν υπάρχει θερμότερη και αλμυρότερη θάλασσα στον κόσμο. Στα νερά της ζουν κάθε λογής ψάρια και δελφίνια, χελώνες, καρχαρίες κ.ά. Άφθονα κοράλλια σχηματίζονται στις ακτές της και οι σχηματισμοί αυτοί εμποδίζουν την αλιεία. Το όνομά της οφείλεται στο κοκκινωπό χρώμα της, που προέρχεται από ένα είδος φυκιών, το λεγόμενο "τριχοδέσμιον το ερυθρόν". Άλλη εκδοχή λέει πως η ονομασία προήλθε από το χρώμα των κοραλλιογενών ζωοφύτων της. Η σημασία της, για την επικοινωνία της Ευρώπης με την Ασία και την  Αφρική, είναι μεγάλη. Τα κυριότερα λιμάνια της είναι το Σουέζ (Αίγυπτος), το Πορτ Σουδάν (Σουδάν), η Τζέντα (Σαουδική Αραβία), η Μασάουα (Ερυθραία) και η Χοντέιντα (Υεμένη).  

ΔΙΩΡΥΓΑ ΣΟΥΕΖ

Πλωτή τεχνητή διώρυγα, παράλληλη με τον ισθμό του Σουέζ. Συνδέει το Πορτ Σάιντ με το Σουέζ και την Ερυθρά θάλασσα με τη  Μεσόγειο. Συντομεύει κατά 44% τη θαλάσσια διαδρομή από το Λονδίνο στις Ινδίες. Το μήκος της διώρυγας είναι 186 χλμ., το πλάτος 80 μ. και το βάθος 12 - 13 μ. Η διάνοιξή της έγινε σε 10 χρόνια (1859 - 1869). Η διαδρομή που διάλεξαν ήταν ευθύγραμμη. Η διώρυγα δεν έχει δεξαμενές. Από σαράντα εννιά ώρες η διαδρομή ελαττώθηκε στις 11 ώρες. Τα πλοία ταξιδεύουν σε νηοπομπές, γιατί υπάρχουν δυσκολίες διασταύρωσης. Σ' όλο το μήκος της διαδρομής υπάρχουν πολυάριθμες στρατιωτικές εγκαταστάσεις και δεκατρείς στάσεις ή σταθμοί. Στις όχθες της διώρυγας έχουν αναπτυχθεί πολλές μεγάλες πόλεις. Τα σχέδια και την επίβλεψη για την κατασκευή έκανε ο Γάλλος μηχανικός Φερδινάνδος Λεσέψ. Λιμάνι και πόλη της Αιγύπτου, χτισμένη στον ομώνυμο κόλπο της Ερυθράς θάλασσας. Εκεί τερματίζεται η διώρυγα του Σουέζ. Στην αρχαιότητα λεγόταν Αρσινόη. Η πόλη είναι πρωτεύουσα ομώνυμης επαρχίας και έχει 264.000 κατ. Το λιμάνι του Σουέζ είναι πανάρχαιο.

ΑΣΣΟΥΑΝ

Πόλη της Άνω Αιγύπτου και πρωτεύουσα του ομώνυμου κυβερνείου (επαρχίας). Είναι χτισμένη κατά μήκος του ποταμού Νείλου και στη δεξιά του όχθη. Το Ασσουάν έχει πληθυσμό 144.000 κατ. και είναι γνωστό σε όλο τον κόσμο ως πόλη των φραγμάτων. Το μεγαλύτερο φράγμα που υπάρχει στην περιοχή είναι αυτό που η κατασκευή του συμπληρώθηκε το 1934 και το "Μέγα Φράγμα του Ασσουάν", που τελείωσε το 1971. Τα φράγματα αυτά αποδίδουν πολλά εδάφη στην καλλιέργεια, θέτουν σε λειτουργία υδροηλεκτρικούς σταθμούς και ποτίζουν τη γύρω χώρα.

<<προηγούμενο